Η Πτώση της Αισθητικής στον Σύγχρονο Κόσμο: Μία Καταγραφή της Κακογουστιάς στην Καθημερινότητα και στις Τέχνες

- Εξαιρετικό άρθρο 70es, κ'όμως Τόσο επίκαιρο. Πηγή : Ταχυδρόμος Τευχος 8 Μαρτίου 1974 Άρθρο : Μήπως Χάσαμε Τελείως το Γούστο μας;

Ανάλυση Άρθρου - Στο άρθρο του Κ. Πάρλα, με τίτλο "Μήπως Χάσαμε Τελείως το Γούστο μας;", αναλύεται με επικριτικό τρόπο η επιδείνωση της αισθητικής αντίληψης και της ποιότητας του γούστου στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Πάρλα εξετάζει την κυριαρχία της κακογουστιάς σε διάφορους τομείς όπως η αρχιτεκτονική, η τέχνη, και η καθημερινή ζωή, υποστηρίζοντας ότι έχει εξαπλωθεί μια αισθητική παρακμή και μια αποδοχή του μέτριου και του χαμηλού επιπέδου.

Ο συγγραφέας κάνει αναφορά σε ένα προτεινόμενο μουσείο "κακού γούστου", το οποίο θα λειτουργεί ως μέσο εκπαίδευσης και αυτοσυνειδησίας για το κοινό, προκειμένου να επισημάνει και να καταδικάσει τα παραδείγματα κακογουστιάς που πλημμυρίζουν την κοινωνία. Η ιδέα είναι να υπογραμμίσει τη σημασία της επαναφοράς στα θεμέλια της ποιοτικής αισθητικής και της γνήσιας ομορφιάς, που έχουν εκλείψει από την σύγχρονη ζωή.

Ο Πάρλα κατακρίνει έντονα την έλλειψη πρωτοτυπίας και τη στροφή προς τη μαζική παραγωγή χαμηλής ποιότητας προϊόντων, τα οποία, όπως λέει, εξαπλώνονται στις πόλεις και στην ύπαιθρο, υποβαθμίζοντας την αισθητική αξία του περιβάλλοντος και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Τονίζει την ανάγκη για μια ουσιαστική αλλαγή που θα ξεκινήσει από την εκπαίδευση και θα επεκταθεί στην κουλτούρα και την πολιτική, προκειμένου να αναβαθμιστεί το γούστο και να αποκατασταθεί η αισθητική αξία στην κοινωνία. Στο άρθρο του Κ. Πάρλα, παρατηρείται μια ενδελεχής ανάλυση της κακογουστιάς και της αισθητικής παρακμής στον σύγχρονο κόσμο, ξεκινώντας από την κινηματογραφική μας παραγωγή. Επισημαίνει πως μόνο τα τελευταία τρία έως τέσσερα χρόνια, η εγχώρια κινηματογραφία φαίνεται να απομακρύνεται από τα επαναλαμβανόμενα κλισέ των παραμυθιών και τις επιφανειακές χαλκομανίες, υπονοώντας ότι προηγούμενα υπήρχε μια έλλειψη βαθύτερου περιεχομένου ή καινοτόμων ιδεών. Η αρχιτεκτονική κριτική του Πάρλα επικεντρώνεται στα νέα κτίρια, τα οποία χαρακτηρίζει ως έργα δημιουργημένα από επιστήμονες που φαίνεται να απευθύνονται όχι σε ανθρώπους αλλά σε μια «άλλη περίεργη συνομοταξία όντων». Καταγγέλλει την οπτική ασχήμια και την παρακμιακή αισθητική τους, η οποία δεν αρμόζει στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον, αλλά φαίνεται να προάγει την καταστροφή του αττικού τοπίου και την υποβάθμιση των φυσικών πράσινων χώρων. - Απο τον Σπύρος Βασιλείου Ο Σπύρος Βασιλείου, αντιμέτωπος με την παρακμή της αισθητικής αξίας στην σύγχρονη κοινωνία, εκφράζει μια βαθιά μελαγχολία και απαισιοδοξία για την κατεύθυνση που παίρνει ο κόσμος γύρω του. Στο πλαίσιο του άρθρου, ο Βασιλείου επισημαίνει πολλαπλά φαινόμενα που αποδεικνύουν την έλλειψη γούστου και την απώλεια της παραδοσιακής αισθητικής στην κοινωνία.
Πρώτον, καταγράφει την παρατήρηση πως οι νοσταλγοί, αναζητώντας παλιά αντικείμενα σε παλαιοπωλεία, επιχειρούν να ανασύρουν και να διατηρήσουν τμήματα ενός παρελθόντος που χάνεται, με στόχο να συντηρήσουν τουλάχιστον ένα ίχνος από το παρελθόν στον σύγχρονο κόσμο.
Επιπρόσθετα, σχολιάζει την αλλοίωση του χαρακτήρα των τόπων, όπως την πλακόστρωτη αυλή στη Σίφνο που αντικαθίσταται με μωσαϊκά για λόγους πρακτικότητας, απομακρύνοντας την παραδοσιακή αισθητική και αντικαθιστώντας την με μια πιο ανθεκτική αλλά λιγότερο χαρακτηριστική επιλογή.
Το ίδιο ισχύει για την αισθητική των αγροτικών κοινοτήτων, όπου οι νέες, φθηνές και εύχρηστες πλαστικές βαφές αντικαθιστούν παραδοσιακούς τρόπους, αλλοιώνοντας τον οπτικό πολιτισμό των κατοικιών και επηρεάζοντας την αισθητική της ευρύτερης κοινότητας.
Ο Βασιλείου αναρωτιέται επίσης για την επίδραση της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, και της διαφήμισης, που συνεχώς προάγουν πρότυπα και αξίες που απέχουν από τα παραδοσιακά, ωθώντας την κοινωνία προς μια ομογενοποίηση χωρίς ιδιαίτερη αισθητική βάση.
Συνολικά, ο Βασιλείου θίγει έναν πολύ σημαντικό προβληματισμό για τη σύγχρονη κατάσταση της αισθητικής και της κουλτούρας, παρουσιάζοντας μια σκοτεινή εικόνα όπου το γούστο και η παράδοση χάνονται μέσα στις σύγχρονες πρακτικές και την εμπορικότητα. Η συζήτηση σχετικά με την απώλεια γούστου στη σύγχρονη κοινωνία περιλαμβάνει πολλά στοιχεία που επισημαίνουν μια παγκόσμια τάση προς την ομογενοποίηση και την εμπορευματοποίηση του πολιτισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική εστιάζει στην επίδραση που έχουν οι μαζικές αγορές και η παγκόσμια βιομηχανία πολιτισμού στην αποδυνάμωση των τοπικών και παραδοσιακών αξιών.
Το Πρόβλημα είναι πολυδιάστατο και αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για προσαρμογή σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και τη διατήρηση της αυθεντικότητας και των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων. Επίσης, αναλύεται η επίδραση των μέσων ενημέρωσης και ειδικά της τηλεόρασης, που συχνά προωθούν πρότυπα και αξίες άσχετες με τις τοπικές παραδόσεις, προκαλώντας έτσι μια σταδιακή αποδυνάμωση της πολιτιστικής ταυτότητας των ατόμων.
Σε αυτή τη διαδικασία, η ανθρώπινη εμπειρία έχει μετατραπεί σε ένα καταναλωτικό αγαθό, με το γούστο να καθορίζεται όλο και περισσότερο από εξωτερικούς παράγοντες και όχι από μια εσωτερική, αυθόρμητη αντίδραση στην τέχνη και τον πολιτισμό. Η κρίση αξιών στον πολιτιστικό τομέα θεωρείται από πολλούς ως ένδειξη ενός βαθύτερου προβλήματος που αφορά τη σχέση του
Η ανάγκη για έναν βαθύτερο προβληματισμό σχετικά με το πώς οι σύγχρονες κοινωνίες καλλιεργούν ή υπονομεύουν το γούστο συνεχίζεται. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα μέσα ενημέρωσης, η τέχνη, και η πολιτιστική παιδεία, οι οποίες συχνά εκπροσωπούνται από την ανάγκη να υποκύπτουν σε οικονομικές πιέσεις και στην αγοραία λογική, επηρεάζουν την ποιότητα και τη βαθύτητα των πολιτιστικών προσφορών.
Μέσα από την παρατήρηση και την κριτική προσέγγιση, αναδεικνύεται η σημασία της αυθεντικότητας και της βαθιάς κατανόησης του πολιτισμού. Οι απόπειρες να διατηρηθεί η τοπικότητα και οι παραδοσιακές αξίες ενάντια στις ομογενοποιητικές και εξομοιωτικές τάσεις της παγκοσμιοποίησης καταλήγουν συχνά σε έναν αγώνα ανάμεσα στην προστασία της ταυτότητας και την προσαρμογή σε μια παγκόσμια πραγματικότητα. Ο Μάρκος Δραγούμης, μουσικολόγος και καθηγητής Ιστορίας της Μουσικής, παρουσιάζει μια περίπλοκη ανάλυση του πώς οι κοινωνικές τάξεις και οι πολιτιστικές συνθήκες επηρεάζουν το γούστο και τις αισθητικές προτιμήσεις. Αναφέρει ότι υπάρχουν τόσες κατηγορίες μουσικής όσες και ομάδες ανθρώπων, με κάθε ομάδα να έχει τα δικά της γούστα και προτιμήσεις, διαμορφωμένα από το επίπεδο παιδείας, τις νοητικές ικανότητες, την ηλικία, και τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους.
Ο Δραγούμης τονίζει ότι η μουσική και το γούστο που αναπτύσσεται σε μια κοινωνία είναι αποτέλεσμα ενός διαρκούς διαλόγου ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Αυτό περιλαμβάνει την αντίληψη των ανθρώπων για το τι θεωρείται ως υψηλή ή χαμηλή μορφή τέχνης, και πώς αυτά τα γούστα επηρεάζονται από τις διαθέσιμες πολιτιστικές ευκαιρίες και την πολιτική του κάθε τόπου.
Αναγνωρίζει επίσης ότι σε κάθε σύνολο, μικρό ή μεγάλο, τα γούστα διαμορφώνονται διαφορετικά, και οι άνθρωποι στριμώχνονται ανάμεσα σε πολιτιστικές προσδοκίες και προσωπικές επιθυμίες. Η διαπαιδαγώγηση, το κύριο στοιχείο της χαμηλής ασεβούς στάθμης του ευρύτερου κοινού, είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη ενός ισχυρού και δυναμικού πολιτισμού.
Μέσα από την επισκόπηση της μουσικής και των αισθητικών προτιμήσεων στο ελληνικό πλαίσιο, Δραγούμης επισημαίνει την ανάγκη για μια διευρυμένη παιδεία που θα περιλαμβάνει όχι μόνο την κλασική εκπαίδευση αλλά και την αισθητική καλλιέργεια, θεμελιώνοντας έτσι τις βάσεις για μια πιο δημιουργική και ανοικτή κοινωνία.
Η εκπαίδευση παίζει έναν κρίσιμο ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία. Η ανάπτυξη κριτικής σκέψης και αισθητικής αγωγής μπορεί να ενισχύσει τις ικανότητες των ατόμων να αξιολογούν και να εκτιμούν τις πολιτιστικές τους κληρονομιές. Αυτός ο εκπαιδευτικός στόχος μπορεί να υποστηρίξει τη διατήρηση του γούστου και της ποιοτικής αναζήτησης στον πολιτισμό, συνδυάζοντας την παραδοσιακή με τη σύγχρονη γνώση και τεχνική.
Καθώς η σύγχρονη κοινωνία αντιμετωπίζει την πρόκληση του να βρει ισορροπία ανάμεσα στην τεχνολογική πρόοδο και την πολιτιστική διατήρηση, τα ερωτήματα που εγείρονται γύρω από το γούστο και την αισθητική αξία των πραγμάτων παραμένουν περισσότερο επίκαιρα από ποτέ. Η ανάγκη για έναν διαρκή διάλογο και αναστοχασμό για τις τέχνες, τη λογοτεχνία και άλλες μορφές έκφρασης είναι ζωτικής σημασίας για τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που όχι μόνο καταναλώνει πολιτισμό αλλά και τον εμπλουτίζει και τον αναπτύσσει. Δ. Μαρωνίτης :

«Βλέπω στον τύπο του ερωτηματολογίου κάποια έπιμονή να σκηνοθετηθεί το θέμα του γούστου σαν δράμα. Θα προτιμούσα, στις μέρες που ζούμε, άλλο στήσιμο: Όπως λ.χ. αν κάποιος ορμούσε σπίτι μας άγρια χαράματα, όχι για να μας πει πώς έπεσε η Τροία, αλλά για να συζητήσει την αρχιτεκτονική της. Τότε, υποθέτω, θα διασκεδάζαμε όλοι περισσότερο: κι’ εκείνοι που ρωτούν κι’ εμείς που αποκρινόμαστε κι’ όσοι θα μας διαβάσουν.

Μ' αυτούς τους όρους του παιχνιδιού, θα έλεγα ότι στο φαγητό οι Έλληνες δεν χάσαμε ακόμη το γούστο μας. Παρά την ανεπάρκεια και την υπερεπάρκεια τροφίμων, τα πορευόμαστε καλύτερα από τους Ευρωπαίους.

Στα χρώματα το πράγμα αλλάζει κάπως, αλλά δεν είναι κι’ εδώ να σε πιάνει λύσσα. Ο Λυκαβηττός μένει ακόμη πράσινος, όταν τον ανεβαίνεις με τα πόδια κι’ αν δεν φτάσεις στα ανθεκτικά ερείπια του μεταλλικού θεάτρου. Η Φιλοθέη έχει πάντοτε δέντρα θαλερά, και οι πυράκανθοί της, τώρα το χειμώνα, ξεπερνούν το ιδιόκτητο γούστο και με την κόκκινη κοινοκτημοσύνη τους θερμαίνουν και τους ακτήμονες διαβάτες.
Το άρθρο κάνει μια κριτική αναφορά στην ελληνική τηλεόραση, επισημαίνοντας ότι παρόλο που μπορεί να μην ικανοποιεί πλήρως το γούστο του κοινού, αναγνωρίζει τη συμμόρφωσή της στα οικονομικά μέτρα που επιβάλλει η παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Με αυτόν τον τρόπο, παρατηρείται μια εξέλιξη στο περιεχόμενο και τη λειτουργία της, που σχετίζεται με την αντίδραση και την προσαρμογή της σε εξωτερικές πιέσεις και όχι τόσο με την ποιοτική της αναβάθμιση.

Η ανάλυση της κατάστασης της ελληνικής τηλεόρασης και του κινηματογράφου, όπως παρουσιάζεται στο άρθρο, φανερώνει μια διαρκή διαδικασία εξέλιξης και μετασχηματισμού των πολιτιστικών αξιών. Τονίζεται έντονα ότι η αισθητική και το γούστο δεν είναι απλώς στατικές κατηγορίες που υπάρχουν αυτοτελώς, αλλά βρίσκονται σε συνεχή διαπραγμάτευση και αλληλεπίδραση με τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις.

Μέσα από την καθημερινότητα και τις προκλήσεις που συναντά η κάθε γενιά, το πολιτισμικό γούστο αναπροσαρμόζεται και εξελίσσεται, απηχώντας τις ανθρώπινες ανάγκες και τις προτιμήσεις της εποχής. Το άρθρο επιχειρηματολογεί ότι η κουλτούρα δεν είναι κάτι παγιωμένο αλλά ένα ζωντανό σύστημα που εκφράζει τη δυναμική της κοινωνίας.

Το άρθρο, παρότι γράφτηκε το 1974, διαθέτει μια επικαιρότητα που εξακολουθεί να απηχεί βαθιά στη σύγχρονη κοινωνία. Η ικανότητά του να εξετάζει το γούστο και την αισθητική ως δυναμικές και διαπραγματεύσιμες έννοιες αντικατοπτρίζει μια κατανόηση της πολιτιστικής ρευστότητας που είναι άκρως σύγχρονη. Η έννοια ότι η κουλτούρα και η αισθητική επηρεάζονται και μορφοποιούνται από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις είναι κάτι που σήμερα εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Στην εποχή μας, όπου η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική πρόοδος έχουν επιταχύνει τις αλλαγές στις κοινωνικές δομές και στις πολιτιστικές συνήθειες, το άρθρο προσφέρει μια προοπτική που βοηθά να κατανοήσουμε πώς η καλλιτεχνική έκφραση και η πολιτιστική κατανάλωση αντανακλούν και σχολιάζουν τις συνεχείς κοινωνικές μεταμορφώσεις.

Επιπλέον, η επιμονή του άρθρου στην ιδέα ότι η καλλιτεχνική πρακτική και η κριτική πρέπει να αναλύεται και να κρίνεται μέσα από το πρίσμα των κοινωνικών και ιστορικών παραγόντων παρέχει ένα εργαλείο για την κατανόηση της σύνθετης φύσης της σύγχρονης τέχνης και πολιτισμού. Αυτό καθιστά το άρθρο πολύτιμο σε μια εποχή όπου οι πολιτιστικές πρακτικές διαπραγματεύονται ταυτότητες και επιρροές από παγκόσμια και τοπικά πλαίσια. Έτσι, το άρθρο, αν και παλιό, παραμένει επίκαιρο και ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του πώς οι πολιτιστικές δυνάμεις σχηματίζουν το σύγχρονο κόσμο.

-

Το άρθρο αυτό αποτελεί ένα ξεχωριστό δείγμα πολιτιστικής κριτικής που εξετάζει την αισθητική και το γούστο με έναν δυναμικό και ευέλικτο τρόπο. Ένα από τα σημαντικότερα θετικά στοιχεία του άρθρου είναι η ικανότητά του να ενσωματώνει την ιστορική και κοινωνική διάσταση στην ανάλυση της τέχνης και του πολιτισμού, παρουσιάζοντας την αισθητική ως αποτέλεσμα της συνεχούς αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνικών δυνάμεων.

Πρώτον, το άρθρο αποδεικνύει μεγάλη ευαισθησία στην επιρροή της οικονομίας, της πολιτικής και των κοινωνικών αλλαγών στις καλλιτεχνικές τάσεις και εκδηλώσεις, υπογραμμίζοντας την ιδέα ότι η κουλτούρα δεν είναι στατική αλλά συνεχώς διαμορφώνεται και εξελίσσεται.

Δεύτερον, η προσέγγιση του άρθρου στο γούστο ως μια διαδικασία διαπραγμάτευσης είναι ιδιαίτερα πρωτοποριακή. Το γεγονός ότι το γούστο και η αισθητική αναπαρίστανται ως αποτελέσματα διαλόγου και συζητήσεων ανάμεσα σε διάφορους κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες δίνει μια δυναμική διάσταση στην κατανόηση της τέχνης.

Τρίτον, η αναγνώριση ότι η τέχνη και ο πολιτισμός είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την ιστορική στιγμή τους, επιτρέπει μια πιο σφαιρική και ουσιαστική ανάλυση των καλλιτεχνικών φαινομένων. Αυτή η διαχρονική σύνδεση προσδίδει βάθος και ενδιαφέρον στην ανάλυση του γούστου και της αισθητικής, καθώς καθιστά εμφανή την επίδραση της κοινωνικής εξέλιξης και των πολιτισμικών αλλαγών στην τέχνη.

Τέταρτον, η ικανότητα του άρθρου να εξετάζει την κουλτούρα ως ένα ζωντανό, αναπνέον σύστημα που αντανακλά τις ανθρώπινες επιλογές, προκλήσεις και ανάγκες μιας εποχής είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό της δυναμικής φύσης του πολιτισμού. Αυτό τονίζει την αξία της συνεχούς προσαρμογής και ανανέωσης στην καλλιτεχνική έκφραση και την αισθητική κρίση, αποκαλύπτοντας την αλληλεπίδραση μεταξύ ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου και καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πέμπτον, η ευαισθησία του άρθρου στην παρουσίαση του γούστου ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και όχι ως στατικό στοιχείο είναι ένα πολύ θετικό χαρακτηριστικό. Αναδεικνύει την ιδέα ότι το γούστο δεν είναι μόνο προσωπική αλλά και συλλογική εμπειρία, επηρεαζόμενη από πολυάριθμους εξωτερικούς παράγοντες.

Συνολικά, το άρθρο αυτό καταφέρνει να προσφέρει μια ενδιαφέρουσα και διεισδυτική θεώρηση του πώς το γούστο και η αισθητική εξελίσσονται σε απάντηση σε κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα, προσφέροντας ένα σημαντικό κείμενο για την κατανόηση των πολιτισμικών δυναμικών.

Το στύλ γραφής του Πάρλα στο προκείμενο άρθρο είναι ιδιαίτερα πλούσιο και διανοητικά προκλητικό, καθιστώντας το κείμενο ένα εξαιρετικό δείγμα λογοτεχνικής και αναλυτικής γραφής.

Αναλύοντας τα θετικά σημεία:

  1. Πολυεπίπεδη Ανάλυση: Ο Πάρλας χρησιμοποιεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση για να εξετάσει το θέμα του γούστου και της αισθητικής. Δεν περιορίζεται μόνο στα οπτικά στοιχεία αλλά επεκτείνει την ανάλυσή του στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις, προσφέροντας ένα πιο ολοκληρωμένο κατανόηση του θέματος.

  2. Βαθύτητα και Διεισδυτικότητα: Η ανάλυση του Πάρλα είναι βαθιά και διεισδυτική. Χρησιμοποιεί παραδείγματα και αναφορές που αποδεικνύουν την ευρεία γνώση του στο αντικείμενο, καθώς και την ικανότητά του να συνδέει τη θεωρία με την πρακτική εφαρμογή της.

  3. Ρεαλιστική Προσέγγιση: Ο συγγραφέας δεν αγνοεί τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που συναντά η κοινωνία και η τέχνη στη σύγχρονη εποχή. Αντιθέτως, τις ενσωματώνει στην ανάλυσή του, παρουσιάζοντας μια ρεαλιστική και επίκαιρη άποψη.

  4. Εκφραστικότητα και Λεκτική Επιδεξιότητα: Η γλώσσα του άρθρου είναι πλούσια και εκφραστική, με καλά δομημένες προτάσεις και ένα λεξιλόγιο που αντανακλά την ευρύτητα της γνώσης του συγγραφέα. Η χρήση μεταφορών και παρομοιώσεων εμπλουτίζει το κείμενο και κάνει την ανάγνωση πιο ελκυστική.

  5. Κριτική Σκέψη: Το άρθρο δεν αποτελεί απλά μια επιφανειακή εξέταση ή έναν απλοϊκό έπαινο των καλλιτεχνικών επιδόσεων, αλλά μια κριτική προσέγγιση που ερευνά τις ρίζες και τις επιπτώσεις των καλλιτεχνικών και πολιτιστικών επιλογών στη σύγχρονη κοινωνία. Αυτή η κριτική διάθεση αναδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα να αναλύει και να σχολιάζει με βάση ένα στέρεο θεωρητικό και πρακτικό υπόβαθρο.

Η ικανότητα του Πάρλα να συνδυάζει την ανάλυση με την αφήγηση και τη χρήση πειστικών παραδειγμάτων καθιστά το άρθρο εξαιρετικά διαφωτιστικό και προσβάσιμο, διδάσκοντας και εμπλουτίζοντας την κατανόηση του αναγνώστη για τη σύγχρονη καλλιτεχνική και πολιτισμική πραγματικότητα.


Περιοδικό Ταχυδρόμος 1974 ,Φύλλο 1039
Άρθρο : Μήπως Χάσαμε Τελείως το Γούστο μας; Του Κώστα Πάρλα

Comments